Ο Μύθος των Μελισσών Υπό Εξαφάνιση


Τα τελευταία χρόνια έχει εξαπλωθεί παγκοσμίως η άποψη ότι οι πληθυσμοί των μελισσών τείνουν να μειώνονται για άγνωστους λόγους, ενώ έχουν διατυπωθεί και αρκετές θεωρίες που προσπαθούν να εξηγήσουν το φαινόμενο. Ο φόβος αυτός είναι σύμφωνος με την ανησυχία σχετικά με την Κλιματική Αλλαγή, αλλά δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται.

Η γονιμοποίηση μέσω των μελισσών και άλλων εντόμων και πουλιών είναι απολύτως απαραίτητη για την παραγωγή καρπών και σπόρων σε πολλά είδη φυτών. Από τα 250.000 είδη φυτών με άνθη στον πλανήτη, το 80% στηρίζεται στη διαδικασία αυτή, όπως αναφέρει το περιοδικό New Scientist.

Ο άνθρωπος επωφελείται από τη φυσική αυτή διεργασία, συνεπώς ένας ενδεχόμενος κίνδυνος για τις μέλισσες θα είχε συνέπειες και για το είδος μας, άμεσες και έμμεσες. Ο φόβος εδράζεται σε τρεις βάσεις: Οι μέλισσες είναι υπεύθυνες για την παραγωγή ενός μέρους της τροφής μας. Ο πληθυσμός των ειδών που κάνουν δυνατή τη γονιμοποίηση ελαττώνεται παγκοσμίως και αυτό έχει συνέπειες για την αγροτική παραγωγή. Πολυάριθμες έρευνες, ακόμα και μια απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το 2008 υιοθετούν τα παραπάνω ως μια πραγματικότητα. Είναι όμως έτσι;

Η ανάλυση των δεδομένων που παρέχει ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ φανερώνει μια λιγότερο καταστροφική εικόνα. Οι «γονιμοποιητές» είναι μεν υπεύθυνοι για την παραγωγή κάποιων καρπών, αλλά όχι σε τόσο μεγάλο βαθμό ώστε να απειλήσουν την διατροφή μας σε σημαντικό βαθμό. Το 70% από τους πιο παραγωγικούς καρπούς βασίζονται στα ζώα για την αναπαραγωγή τους. Εκπροσωπεύουν 2,5 δις τόνους τροφής κάθε χρόνο, περίπου το ένα τρίτο της παγκόσμιας γεωργικής παραγωγής. Πάντως, μόνο ορισμένοι από αυτούς τους καρπούς βασίζονται πλήρως στα ζώα και τα έντομα για την γονιμοποίησή τους. Το σιτάρι, το ρύζι και το καλαμπόκι για παράδειγμα στηρίζονται κυρίως στον άνεμο ή είναι αυτοαναπαραγωγικοί οργανισμοί. Αν οι μέλισσες εξαφανίζονταν εντελώς, η παγκόσμια γεωργική παραγωγή θα μειωνόταν κατά 4-6% από αυτή την άποψη.

Οι ισχυρισμοί για μείωση του πληθυσμού των μελισσών βασίζονται σε περιφερειακά παραδείγματα συνήθως, τα οποία δεν είναι έκδηλα μιας παγκόσμιας τάσης. Προέρχονται κυρίως από την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική όπου έχουν απομείνει λιγοστοί φυσικοί βιότοποι για το είδος αυτό. Οι οικόσιτες μέλισσες έχουν όντως μειωθεί σημαντικά στις περιοχές αυτές στις τελευταίες δεκαετίες, αλλά σε άλλα μέρη του κόσμου, όπως στην Ασία, τη Λατινική Αμερική και την Αφρική, οι πληθυσμοί τους έχουν αυξηθεί. Ο αριθμός των αποικιών μελισσών που διαχειρίζεται ο άνθρωπος έχει αυξηθεί κατά 45% τα τελευταία 50 χρόνια.

Λόγος γίνεται και για το «σύνδρομο κατάρρευσης της αποικίας» και για την εξάπλωση μικροοργανισμών που προκαλούν φθορά στις μέλισσες. Αυτοί είναι υπαρκτοί παράγοντες, αλλά δεν δικαιολογούν μια μακροχρόνια φθορά του πληθυσμού των συμπαθών εντόμων. Η μακροχρόνια μείωση σε κάποιες χώρες φαίνεται ότι είναι το αποτέλεσμα οικονομικών επιλογών, καθώς ο κλάδος μεταφέρει την παραγωγή του σε αναπτυσσόμενες χώρες, όπου τα κόστη είναι μικρότερα.

Όλα τα παραπάνω όμως δεν αποτελούν δικαιολογίες για εφησυχασμό. Η συνολική αγροτική παραγωγή έχει συμβαδίσει τα τελευταία 50 χρόνια με τη ραγδαία αύξηση του ανθρώπινου πληθυσμού, αλλά η παραγωγή των συγκεκριμένων καρπών που βασίζονται στους «γονιμοποιητές» έχει τετραπλασιαστεί στην ίδια περίοδο. Ο λόγος της ανησυχίας είναι ότι η ζήτηση αυτών των καρπών έχει αυξηθεί γρηγορότερα από ότι ο πληθυσμός των μελισσών, ενώ ο πολλαπλασιασμός των καλλιεργήσιμων εκτάσεων τους έχει στερήσει σε πολλές περιπτώσεις το φυσικό τους περιβάλλον.

Αν συνεχίσουμε να δίνουμε έμφαση σε καλλιέργειες που στηρίζονται στη γονιμοποίηση από ζώα και έντομα τότε πιθανώς θα βρεθούμε κάποια στιγμή σε ένα αδιέξοδο. Συνεπώς, αν και η κρίση των μελισσών είναι εν πολλοίς ένας μύθος, ο άνθρωπος οφείλει να δείξει την απαραίτητη προσοχή και σεβασμό. Τέλος, όπως επισημαίνουν αρκετοί ιστορικοί, ο Αϊνστάιν δεν δήλωσε ποτέ ότι «η ανθρωπότητα έχει 4 χρόνια ζωής από τη στιγμή που εξαφανιστούν οι μέλισσες».
ΠΗΓΗ