λεξικό με Ηπειρώτικα

Ηπειρώτικα/Γιαννιώτικα ντέφια 12in

  • ------------------------------
    Λέξη          Ερμηνεία
    ------------------------------
    α;     συγνώμη δε κατάλαβα? πως είπατε;
    α μο!   άντε βιάσου κάνε γρήγορα
    ε μο!   καλά μην ανησυχείς θα κάνω όσο πιο γρήγορα μπορώ
    α ωρε;   μιλάς σοβαρά;;;
    ναι ωρε!   ναι! Σοβαρά μιλάω, το εννοώ!
    αα!   (καταφατικό) ναι, ναι σωστά τα λες
    ααα!   για δες για δες!
    αααα!   αα μάλιστα τώρα κατάλαβα!
    αβέρτα   συνεχώς
    αγάντα   βλ. αβέρτα
    αγκούσα (η)   η δυσφορία, η δύσπνοια, μτφ. το άγχος, επίσης μτφ. οι 
    στομαχικές διαταραχές
    αγκωνάρι (το)   η μικρή πέτρα, το λιθάρι
    αγλέουρας (ο)   "πρώτος" ξάδερφος του αχλά, το καταπέτασμα
    άιστεμας   πάμε να φύγουμε
    ακόντιο (το)   μτφ. ο μεθυσμένος
    αλιμούρα (η)   πέταγμα στον αέρα ατάκτως χαρτιών
    άλσος (ο)   η αλυσίδα, μτφ. το έτερον ήμισυ
    αλφάδ (το)   εργαλείο που χρησιμοποιείται για την μέτρηση της κλίσης 
    επιφανειών, μτφ. ο μεθυσμένος
    αλφή (η)   η αλοιφή, μτφ. ο μεθυσμένος
    αμπλαούμπλας (ο)   άχαρος στις κινήσεις, ειδικά στα χορευτικά
    αμπντάλης (ο)   ατσούμπαλος, χοντροκομμένος
    αμπώχνω   σπρώχνω με άκομψο τρόπο
    αντράλα (η)   βαβούρα, τζερτζελές, πανικός
    αξιούραγος (ο)   ο αξύριστος
    απέκεια   από κει
    "απόλκε η εκκλησιά σκόλασε το πανηγύρ"   τέλειωσε κάτι, τέρμα τα παραμύθια
    αρβάλας (ο)   ο άγαρμπος, ο ατσούμπαλος
    αργαλειός (ο)   αυνανισμός, πλεκτική μηχανή παλιάς εποχής
    αρεντεύω   γυρνάω άσκοπα, κάνω βόλτες
    αρούγκατος (ο)   ο άγαρμπος, ο απρόσεκτος
    ασήκωτος (ο)   ή και ασιούκωτος, μτφ. ο μεθυσμένος
    αστραπόπτσα   βλ. μπανταλός
    ατσούμπαλος (ο)   ο αμπντάλης
    αυτού   εκεί
    αφύσκος (ο)   άντρας ακανόνιστου μεγέθους
    αφώνω   σύντμηση του χαραφώνω (βλ.λ.) πχ. "γκάινταρε χαλόν' π' αφών' ο τζες"
    αχαμνά (τα)   τα γεννητικά όργανα του άντρα, τα πελέ
    αχλάς (ο)   το φαγητό
    άχνα (η)   η απόλυτη σιωπή
    αχπάν   επάνω
    βάβω (η)       η γιαγιά
    βαγέρω   φεύγω, τρελαίνομαι
    βαϊζω   γέρνω από τη μια πλευρά του σώματός μου
    βακούφκο (το)   κτήμα ή οικόπεδο κοινότητας επί εποχής τουρκοκρατίας
    βελέντζα (η)   η φλοκάτη, απαραίτητο συμπλήρωμα στα μπάσια (βλ.λ)
    βερβέρα (η)   μικρό ζώο, τρωκτικό, που ζει στα δέντρα και μοιάζει στον 
    σκίουρο
    βετούλι (το)   κατσίκι ηλικίας περίπου ενός έτους
    βζόμπαλο (το)   το μεγάλο και στρογγυλό γυναικείο στήθος, το μπαχταλέ
    βήχω   πληρώνω
    βιπ (το)   ποδοσφαιρική έκφραση που την εισήγαγε στην καθομιλουμένη 
    Ηπειρώτης προπονητής παγκοσμίου βεληνεκούς. Δυνατό, ασύληπτο σούτ. 
    Χρησιμοποιείται με το ρήμα ρίχνω, π.χ. Roberto Carlos προς τα παιδάκια: 
    "Φεγάτε απ' τ' μέσ' ουρέ, θα ρίξου ΒΙΠ!"
    βίτσα (η)   λεπτό και ευλύγιστο κλαδί μεγάλο φόβητρο των μαθητών παλιά
    βλιώρα (η)   η βρωμιά
    βογγάλα (η)   τρέξιμο με πολύ γρήγορο ρυθμό
    βρούβες (οι)   π.χ. "πάμε για βρούβες", πάμε στα χαμένα
    γαλοτύρι (το)     γαλακτομικό προϊόν, το καλύτερο συνοδευτικό για 
    κουμούτσια και το οποίο δεν κυκλοφορεί ευρέως στην υπόλοιπη Ελλάδα. 
    Χαρακτηριστική η περίπτωση ενός τζε σε αθηναϊκό εστιατόριο. Τζες: "έχετε 
    γαλοτύρι;" σερβιτόρος: "βεβαίως, έχουμε κεφαλοτύρι, γραβιέρα" ... οτ' νά 
    'ναι...
    γαμπέτας (ο)   Ο Γαμπέτας (πραγματικό πρόσωπο) υπήρξε μορφή των 
    Ιωαννίνων που τον πείραζε όλος ο κόσμος και ο τζες θύμωνε (τρίο). Όταν 
    όμως περνούσε από κάπου και δεν τον πείραζε κανένας, γυρνούσε, 
    απευθυνόταν σε κάποιον τυχαία και του έλεγε "τί πειράζεις ρε;". Κατά 
    συνέπεια, Γαμπέτας: αυτός που τρώγεται με τα ρούχα του
    γατσιεύω   χουφτώνω πριν και κατά την σεξουαλική πράξη
    γιδοξούρ (το)     εργαλείο άκρως απαραίτητο σε κατόχους αιγοπροβάτων για 
    την περιποίηση αυτών
    γιόμα (το)   το απόγευμα
    γιόμστο!   έτσι λέμε στο πρατήριο υγρών καυσίμων για να μας γεμίσουν το 
    ρεζερβουάρ
    γιωτάς (ο)   ο μη έχων τυφέκιο στο στρατό, χαμένο κορμί
    γκαβός (ο)   αυτός που "δεν έχει μία", ο τυφλός από γκαφρά σαν τα 
    κτάβια, ο άφραγκος
    γκαγκάνς (ο)   ο γκαντέμης, ο άτυχος
    γκαγκανάω   ντινιάρω πολύ δυνατούς και ηχηρούς γκιολέδες (βλ.λέξεις)
    γκάιλας (ο)   "έχει γκάιλα": ο ήλιος είναι πολύ δυνατός, τσιουκανάει 
    ανελέητα
    γκαιντάρω   
    παρατηρώ επίμονα
    γκανάβ (το)   η κλοπή
    γκανιάζω   διψάω υπερβολικά
    γκάου - μπίου (το)   αυτός που ζει στο δικό του κόσμο
    γκαργκανούλι (το)   μαύρο στο δέρμα, γυφτάκι
    γκασμάς (ο)   ο άσχετος, ο ανίδεος, συνουσία ("βαράω γκασμά"), σκαπτικό 
    εργαλείο (κυριολεκτικά)
    γκαφάλι (το)   χαμένο κορμί
    γκαφρά (τα)   αναγραμματισμός της λέξης : φράγκα, τα χρήματα
    γκδών' (το)   το κυδώνι
    γκζιούαρ   εις υγείαν!
    γκίζα (η)   ανάλατο γαλακτοκομικό προϊόν σε στερεά μορφή
    γκιζεράω   κάνω άσκοπες βόλτες από δω κι από κει
    γκίκος (ο)   στίβα από ρούχα
    γκιλντάρες (οι)   κύβιση και ανακύβιση, κωλοτούμπες
    γκιολές (ο)   αέριο με έντονη και άσχημη μυρωδιά, κλανιά
    γκιορεύω   περιπλανιέμαι άσκοπα
    γκιουλέκας (ο)   πρατσίλας, ντιπ πάσλας
    γκιουμ (το)   η μικρή στάμνα
    γκλαγκανάω   πίνω
    γκλαξιά (η)   γουλιά
    γκλιούμ (το)   πλιάτσικο, ο χαμός, "έγινε το γκλιούμ"
    γκλίτσα (η)   απαραίτητο accessoire των κατόχων αιγοπροβάτων
    γκολ (το)   το τέρμα σε ποδοσφαιρικό αγώνα όπως επίσης και η υπερβολική 
    κατανάλωση οινοπνεύματος
    γκόρος (ο)   ο πάσλας, ο τενεκές, χαϊδευτικό μεταξύ φίλων ("που 'σαι ρε 
    γκόρε;")
    γκόρτσο (το)   ο καρπός της γκουρτσιάς
    γκουντλάω   παραπατάω, κουτουλάω, επίσης γαργαλάω
    γκουρτσιά (η)   οπωροφόρο δέντρο του δάσους (αχλαδιά)
    γκουστέρα (η)   η σαύρα
    γκουτζάμ   είναι πλέον στην κατάλληλη ηλικία ή μέγεθος
    Γκριμπνάδες (οι)   ορεινή περιοχή της Ηπείρου καταφύγιο λύκων εξ ου και 
    η έκφραση "πεντακόσιοι λύκοι απ τς Γκριμπνάδες"
    γκριτζούνι (το)   ο καλικάντζαρος
    γκρόβερ (ο)   ο ομοφυλόφιλος, ο ροδέλας
    γκρτζουπ (το)   όρθιο, στητό, υπονοεί και το ατίθασο
    γκυλιέμαι   σέρνομαι (βλ. ζβαρνιέμαι)
    γλεντοκώλι (το)   βλ. τσίρλα
    γλιέπω   βλέπω, τράω (βλ.λ.)
    γουμάρ (το)   ο όνος, το γαϊδούρι
    γούπατο (το)   μικρό μέρος που βρίσκεται χαμήλοτερα από τη γύρω περιοχή
    γρέκι (το)   ύπνος βαρύς, τάφωμα
    γρεντά   βγαίνει από το "γρεντιά" που είναι το κεντρικό δοκάρι που κρατά 
    την στέγη στα παλιά σπίτια. Μτφ. ο μεθυσμένος π.χ. "ο τζες είναι μπιτ 
    γρεντά!"
    γρι   τίποτε εντελώς
    γρουμπούλι (το)   μικρό εξόγκωμα στο δέρμα
    δαμάλι (το)       η αρσενική αγελάδα σε μικρή ηλικία, μτφ. η ψηλή και 
    "γεμάτη" γυναίκα, η νταρντάνα
    δάχλο (το)   δάχτυλο
    Δοβρά (η)   το χωριό Ασπράγγελοι
    Δραγάι (το)   το χωριό Καστανώνας
    δραγάτς (ο)   παλιά ο χωροφύλακας ή ο αγροφύλακας
    δραγατσούρα (η)   σταθμός ελέγχου κυκλοφορίας, η ενέδρα
    δρομίτσα (η)   είδος ψαριού μικρό σε μέγεθος που ζει σε γλυκά νερά
    δροτσίλι (το)   μικρό σπυράκι στο πρόσωπο
    δώγιας   εδώ
    ε;       ορίστε; πως είπατε;
    ε, ε, ε   ναι, ναι έτσι είναι
    εεεε!   (δυνατό) πιο σιγά! μη παίρνεις φόρα!
    εφετζής (ο)   ο επιδειξιομανής
    έφκα   αόριστος του ρήματος φέω (φεύγω)
    ζαβλακώνομαι     χαζεύω, μπανταλιάζω. Αόρ.: ζαβλακώθκα
    ζαγάρ (το)     ο κουτοπόνηρος
    ζαγκανιέμαι   κουνιέμαι περίεργα, πάω γυρεύοντας π.χ. "μη ζαγκανιέσ' ωρε 
    παιδί μ'"
    ζαγκανόκωλη (η)   η γυναίκα που κουνιέται πολύ, η τσουρδάλω
    ζάρκο (το)   το γυμνό, μπλετς
    ζάφτω   τρώω με μπιστοβλιακιά
    ζβάρα   με τς μπάντες, μαλιοκούβαρα
    ζβαρνιέμαι   σέρνομαι, κυλιέμαι κάτω. αόρ. ζβαρνίστκα. Ο ζβαρίλας = ο 
    απεριποίητος
    ζβίγκο (το)   τίποτε, κενό, άδειο
    ζγκατάψυξ   στην κατάψυξη
    ζγουρ (το)   κρέας πρώτης ποιότητας
    ζγώνω   πλησιάζω σιγά-σιγά
    ζέχνω   μυρίζω υπερβολικά άσχημα
    ζιάπα (η)   ο μεγάλος σε μέγεθος βάτραχος, γνωστός και ως μπράσκα
    ζιαπώνω   συλλαμβάνω
    ζιουγκάρ (το)   λίπωμα εμφανές στο σώμα
    ζιουλάω   μαλάζω
    ζιουμπάς (ο)   ο πολύ κοντός άνθρωπος
    ζιουπάω   πιέζω αφόρητα
    ζλαπ (το)   το ζαρκάδι
    ζμαρ (το)   το ζυμάρι
    ζμι (το)   το υγρό αποτέλεσμα βρασίματος, ζουμί
    ζμπλατεία   στην πλατεία
    ζμπόρτα   στην πόρτα
    ζμπουδιέμαι   παραπατάω (συνήθως έχουμε και πτώση), σκοντάφτω
    ζμπούτσαμ   δεν με νοιάζει, έκφραση αισχρού και ανήθικου περιεχομένου
    ζνόασ'   στην "Οαση", στην κεντρική πλατεία της πόλης
    ζντάιγκα   στην ΤAIGA, παλιά disco στα Γιάννενα
    ζούδιο   μικρό ζωύφιο
    ζούλα (η)   πράξη παράνομη που γίνεται διακριτικά
    ζουρλός (ο)   αυτός που το 'χει ντιπ χαμένο, τρελός
    ζούφιο (το)   αφυδατωμένο φρούτο
    θειά (η)       η θεία
    θκομ   δικό μου
    θκος   δικό σου
    θκοτ   δικό του
    θλάκι (το)   η θηλιά στο παντελόνι όπου κρέμεται η ζώνη
    θληκώνω   κουμπώνω
    ίίίί; να!     μα καλά που χάθηκες εσύ; (συνοδεύεται από μούντζα)
    ιτς κρις     μπιτ, τίποτα
    κακάδια (τα)       τα υπολείμματα από τις εκκρίσεις της μύτης που έχουν 
    πια ξεραθεί
    καλαμποτσιόκαλο (το)   ή και τσιόκαλο. Το απομεινάρι του καλαμποκιού. 
    Παλιότερα έβρισκε χρήση και ως τάπα βαρελιών.
    καλοσκέρνω   (αόριστος:καλοσκέρσα) δοκιμαζω (τρώω) κάτι για πρώτη φορά 
    για το τρέχον έτος ή για την εποχή που ωριμάζει ως φρούτο
    καλπαζιάνης (ο)   αυτός που περπατάει σαν να καλπάζει (πηγαίνει 
    ολόκληρος πάνω-κάτω)
    καπνός (ο)   πονοκέφαλος
    καπούσκο (το)   το κουμπρολάχανο
    καρακώνομαι   αρπάζω κρυολόγημα
    κάργα   υπερβολικά, πάρα πολύ
    κασάρα (η)   η μεγάλη και στραβή μύτη. Πιθανώς προέρχεται από το το 
    σχήμα του κασαριού, εργαλείου για το κόψιμο των χόρτων
    κασάρας (ο)   ο έχων μεγάλη και στραβή μύτη
    κασκαρίκα (η)   καρικατούρα
    καστραβέτς (το)   το αγγούρι
    καταής   κάτω π.χ. "έπεσα καταής απ' τα γέλια"
    κατόπι (το)   έπειτα. "παίρνω στο κατόπι" : ακολουθώ
    κατσαπλιάς (ο)   άτομο που δε πρέπει να εμπιστευόμαστε, ο αντάρτης, ο 
    άτακτος στρατιώτης
    κατσιούλα (η)   ρούχο για την προστασία του κεφαλιού από τις άσχημες 
    καιρικές συνθήκες
    κατώι (το)   το υπόγειο
    καφτάν-μερεμέτ   πέφτει χοντρό ξύλο
    κδούνα (η)   κουδούνι, τύφλα στο μεθύσι
    κεφτές (ο)   βλ. τάχας
    κίκια (τα)   καψούλια, μεταφορικά οι δυνάμεις π.χ. "με τι κίκια θα ... ;"
    κιχ (το)   άχνα
    Κλαζιάδες (οι)   το χωριό Δροσοχώρι (= άρχοντες πάνω στο λόφο)
    κλαϊν-μαϊν   οτ' να ναι
    κλαπατσίγκαλα (τα)   μουσικά όργανα
    κλαπέτο (το)   μεταφορικά το μυαλό
    κλαρίνα (τα)   κατά το : "μπουζούκια"
    κλασομπανιέρας (ο)   ο φοβητσιάρης
    κλιτσνάρ (το)   το τσιγκέλι
    κλουρ (το)   αρτοσκεύασμα
    κασάρ (το)   χορτοκοπτικό εργαλείο, ο παίχτης που κάνει επικίνδυνα 
    μαρκαρίσματα
    κοζιάρω   βλέπω, παρατηρώ π.χ. "το κόζιαρες το χαλόν;"
    κόκκαλο (το)   μτφ. ο μεθυσμένος π.χ. "έγνα χτε... μπιτ κόκκαλο!"
    κοκόνι (το)   σκυλί καλοαναθρεμένο και τεμπέλικο. πχ. "έγινες κοκόνι"
    κοντοτούρτς (ο)   ο σκορπιός, ο μπιτσκάουρας
    κοπριά (η)   περιττώματα ζώων, ο μπουχέσας, ο τεμπέλης
    κορκόδειλος (ο)   μτφ. ο μεθυσμένος (επειδή σέρνεται!)
    κοτάω   τολμώ, δείχνω θάρρος
    κουμάρ (το)   ο τζόγος
    κουμαρτζής (ο)   αυτός που έχει πάθος το κουμάρ
    κουμούτσι (το)   κρέας, ψαχνό
    κουμπί (το)   μεταφορικά το τηλεκοντρόλ
    κουμπλιά (η)   οπωροφόρο δέντρο, κορομηλιά
    κούμπλο (το)   ο καρπός της κουμπλιάς
    κουραδομηχανή (η)   ο άχρηστος, αυτός που δεν κάνει για τίποτα
    κουρίτα (η)   η στέρνα, η βρύση
    κουσί (το)   πηγαίνω κάπου με γρήγορο βάδισμα
    κούσιαλο (το)   πολύ ηλικιωμένος άνθρωπος, αλλιώς σιάψαλο ή χούφταλο
    κουσιεύω   περπατώ γρήγορα, σπεύδω
    κουτουπώνω   πιάνω κάτι και δε το αφήνω
    κουτουρού (στα)   στα χαμένα, χωρίς σκέψη π.χ. "που πας ωρέ στα κουτουρού;"
    κουψοκέφαλος (ο)   αυτός που το μυαλό του "κόβει"
    κοψίδι (το)   κομμάτι κρέας
    κρανιάζω   πληρώνω, βήχω
    κρατσνάω   τρώω με πάρα πολύ θόρυβο
    κρεματζλιέμαι   κρεμιέμαι
    κρένω
      μιλάω
    κριτσπέταλος (ο)   ο σιαλαϊσμένος (του 'χει λασκάρει το πέταλο)
    κρούνα (η)   κοράκι
    κρούω   αγγίζω
    κταβ (το)   νεογέννητο σκυλί
    κταλ (το)   κουτάλι
    κτι (το)   η οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή, κιβώτιο
    κτσος (ο)   ο κουτσός
    λαγκαντούσιω (η)     η ακατάστατη, οκνηρή νεανίς
    λάισα   έγυρα, στράβωσα, "πήρα σασί"
    λακάω   φεύγω, κόφτω πέρα. Αόρ. λάκσα
    λαλάω     σιουράω, παίζω μουσική με βασικό όργανο το κλαρίνο
    λατσαριέμαι   σπαρταράω. πχ. "Τι μ΄λατσαριέσαι ορέ!"
    λαφαζιάνης (ο)   ο πάσλας, ο γκόρος κλπ.
    λεβέκουρας (ο)   ο πάσλας, ο γκόρος κλπ.
    λελέκι (το)   ο υπερβολικά αδύνατος, πελαργός
    Λέλοβα (το)   το χωριό Δεσποτικό
    λιανός (ο)   ο αδύνατος
    λιάπσ' (ο)   λιάπηδες είναι οι αρβανίτες. Μτφ ο λαίμαργος, ο άρπαγας, ο 
    μπιστόβλιακας. πχ. "τί κοιτάς σα λιάπσ' το φαί;"
    Λιασκοβέτσ' (το)   το χωριό Λεπτοκαρυά
    λιθάρ (το)   πέτρα
    λο   σκασμός, πχ. "βγάλε λο", "λο το μπουρί (στόμα)"
    Λοζέτσ' (το)   το χωριό Ελληνικό
    λουτιάζω   χαζεύω, το χάνω πχ. "πάει, λούτιασε ο τζες..."
    λούτσα (η)   μικρή τεχνητή λίμνη όπου ξεδιψάνε ζώα
    la vixion   το "βήξιμο", η πληρωμή
    l' afousion   το χαράφωμα
    μαγάρσμα (το)     
    η πράξη αναπαραγωγής των αίγων
    μακελεύομαι   (από το μακελειό) τραυματίζομαι σοβαρά. Χρησιμοποιείται 
    στον αόριστο π.χ. μακελεύτκαμαν
    μαλιοκούβαρα   με τς μπάντες, ζβάρα
    μαμόνια (τα)   τα χρήματα, τα γκαφρά
    μανέστρα (η)   φαγητό, κρέας με ζυμαρικά στο καζάνι. Χρησιμοποιείται και 
    ως "μαγείρεμα" π.χ. "Μου χάλασε η μανέστρα" = δεν πέτυχαν τα σχέδια που 
    έκανα
    μαντζαφλάρ (το)   λεπτό και μυτερό αντικείμενο, το μαρκούτσ
    μαντζιάρω   τρώω, από το ιταλικό mangiare
    μαντραβίτσα (η)   μικρό εξόγκωμα στο δέρμα, σαν κρεατοελιά αλλά χωρίς 
    ιδιαίτερο χρωματισμό, που βγαίνει "άμα μετράς τ' αστέρια", όπως λένε στα 
    χωριά μας. Για την εξαφάνισή της απαιτείται καυτηριασμός
    μαξιούμ (το)   το μικρό παιδί
    μαξλάρας (ο)   το χαμόρ, ο πάσλας, ο γκόρος κλπ.
    μαρίτσι (το)   μικρό λιμνίσιο ψάρι
    μαρκάλσμα (το)   η πράξη αναπαραγωγής των αμνών
    μαρκούτσ (το)   λεπτό και μυτερό αντικείμενο, το μαντζαφλάρ
    μασιά (η)   ή και ο μασιάς. Είναι η πυράγρα, η τσιμπίδα για την φωτιά 
    π.χ. στο τζάκι
    μαστραπάς (ο)   η κανάτα
    ματζάτο (το)   η τραπεζαρία
    ματσιαλάω   μασουλάω. Ματσιαλάω με τα τσιαούλια μ': μασουλάω με έντονο 
    θόρυβο
    μεσάλι (το)   μακρόστενο πανί με το οποίο τύλιγαν το ψωμί
    μοσκέτο (το)   ντουλαπάκι που παλιότερα χρησιμοποιούνταν εν είδει ψυγείου
    μούκας (ο)   αυτός που δε μιλάει, ο σιωπηλός
    μουμούδι (το)   το έντομο, μτφ. ο οκνηρός
    μουνούχι (το)   το ευνουχισμένο ζώο
    μουστιρής (ο)   ο πελάτης, χρησιμοποιείται κυρίως από παλιούς εμπόρους 
    π.χ. "αυτνούς τς έχμε μουστιρήδες"
    μουτεύω   πλακώνω στο ξύλο
    Μπάγια (η)   το χωριό Κήποι
    μπάζω     βάζω μέσα
    μπαίλντσα   ξεθεώθηκα, έμεινα απο ανάσα
    μπάκα (η)   η κοιλιά
    μπακακάκι (το)   το βατραχάκι
    μπακαλιό (το)   το μπακάλικο, μαγαζί χωρίς γούστο
    μπαλαμούτι (το)   το ματσιάλιασμα ή το ζούληγμα του μπαχταλέ
    μπαμπλίκα (η)   το στρογγυλό κουλούρι, μτφ. το μεγάλο αυτί
    μπανταλιάζω   χαζεύω, σιουράω
    μπανταλός (ο)   χαζός
    μπάσι (το)   μεγάλο ντιβάνι με μαξιλάρια, χρώματος κοκκινοπράσινου 
    (συνήθως). Σε συνδυασμό με βροχή σε τσίγκο και βελέντζα, μπορεί να είναι 
    το τέλειο υπνωτικό!
    μπατζιάφλας (ο)   βλ. μαξλάρας
    μπάτσα (η)   χαστούκι
    μπατσαριά (η)   είδος Ηπειρώτικης πίτας με χόρτα, επίσης και μπλατσαριά
    μπαφιάζω   λαχανιάζω, δεν είμαι σε καλή φυσική κατάσταση
    μπαφιόρα (η)   το τσιγάρο
    μπάφος (ο)   ύποπτο τσιγάρο, τσιγαριλίκι
    μπαχαβράς (ο)   νταβαντούρι, φασαρία, βλ. και τζερτζελές
    μπαχλάβας (ο)   χαμένο κορμί, μπανταλός
    μπαχταλέ (τα)   το ... πλούσιο γυναικείο στήθος
    μπερντές (ο)   τα γκαφρά, τα χρήματα
    μπέχο   η λέξη ορόσημο των Γιαννιωτών, τζάμπα. Χαρακτηριστικές είναι οι 
    εκφράσεις: "όπου μπέχο τρέχω", "μπέχο κι όσο αντέχω" και "παν μπέχον, 
    άριστον"
    μπίμτσα (η)   το υπόγειο, το κελάρι
    μπιστοβλιακιά (η)   η λαιμαργία
    μπιστόβλιακος (ο)   ο λαίμαργος
    μπιτ   εντελώς
    μπιτζιάρω   κλέβω
    μπίτσα   σχόλασα, τελείωσα (από το μπιτ)
    μπιτσκάουρας (ο)   ο σκορπιός
    μπιτσκάρω   σιουράω, μου λασκάρισε η βίδα
    μπιτσλιάκος (ο)   ο μπιτσκάουρας
    μπιτχαβάς (ο)   αυτός που δε του κόβει και πάρα πολύ, αντιθ. του 
    κουψοκέφαλος
    μπλαδέρα (η)   αρρώστια που χτυπάει τα κατσίκια
    μπλάνα (η)   κομμάτι (συνήθως φαγητού) με μέγεθος όσο η παλάμη, μια 
    πιθαμή. π.χ. "έφαγα μια μπλάνα τρι"
    μπλαρ (το)   το μουλάρι
    μπλατς   χύμα καταής. πχ. "έφκα σφαίρα απ' τ' δλειά για να πάω στο 
    γήπεδο και τ' άφκα όλα μπλατς"
    μπλέτς (το)   ο γυμνός από τη μέση και πάνω, ο ζάρκος
    μπλετσκώνω   καταβροχθίζω
    μπορμπόλια (τα)   το μικρό γυναικείο στήθος
    μπόσκα (τα)   χαλαρά, ξεσφιγμένα
    μπούγιο (το)   συνάθροιση πολλών ατόμων
    Μπούλτσ' (το)   το χωριό Ελάτη
    μπούζι (το)   κρύο
    μπουρδέγγες (οι)   χόρτα του βουνού
    μπουρδουκλώνομαι   μπερδεύομαι
    μπουρμπούτσαλα (τα)   "τρίχες", ο ύπνος
    μπουρμπουχαλεύω   ψάχνω στα μουλωχτά
    μπουρτσοκλαίω   προσποιούμαι πως κλαίω
    μπούτσκος (ο)   χοντροκομμένος, το μαμμόθρεφτο
    μπουχαρί (το)   η καμινάδα (τουρκική), επίσης και μπουρί
    μπράσσστ   βαγέρω άρον άρον
    μπρίκια (τα)   τα πελέ, όρχεις
    μσκαρ (το)   το μοσχάρι
    μύτος (ο)   ποδοσφαιρική έκφραση. Δυνατό σουτ με την μύτη του παπουτσιού 
    που εξασφαλίζει μεγάλη ταχύτητα αλλά μικρό έλεγχο. Απαγορευτικό σουτ 
    στους παιδικούς αγώνες, λόγω επικινδυνότητας, π.χ. "Δε με στρέει, έρξε 
    ΜΥΤΟ!"
    νούλα (η)       μηδέν
    νταβάς (ο)   μεγάλο ταψί, μέσα από το οποίο έτρωγε παλιότερα όλη η 
    οικογένεια π.χ. "Πού στρώσαταν να φάτε; - Πθενά, απ' τον νταβά φάγαμαν". 
    Επίσης, νταβάς αποκαλείται και ο πορτιέρης των νυχτερινών μαγαζιών 
    (σύντμηση της λέξης νταβατζής)
    νταβραντζμένος (ο)   αυτός που έχει πολλές ορμές
    νταγλαράς (ο)   ντερέκι με ανεπτυγμένους μυς
    ντάλα   κατακούτελα
    νταούλι (το)   ο πρησμένος είτε από το πολύ φαΐ είτε από τσιμπήματα εντόμων
    ντατσκανάρς (ο)   ο ντιπ ντάτσκος
    ντάτσκος (ο)   ο χωριάτς με την κακή έννοια
    ντάφκαρος (ο)   ο αθίγγανος
    ντελιφσιέκας (ο)   πάσλας, γκόρος κτλ.
    ντέμπλας (ο)   πολύ ψηλός και άχαρος, αμπλαούμπλας (βλ.λ.)
    ντενιάρω   μπήγω (π.χ. "θα σ' ντενιάρω πιτχάρ στον τάχα"), πετάω, αμολάω 
    (π.χ. "ντένιαρα έναν γκιολέ, βρώμσε όλο το σπίτ")
    ντενουάρ (το)   νεύρα, ταραχή. "έχω ντενουάρ": σαλτάρω, παίρνω ανάποδες. 
    "με μάζωξε ντενουάρ": έχω πολλά νεύρα
    ντερέκι (το)   ο πολύ ψηλός
    ντερλικουέρας (ο)   ο πάσλας, ο γκόρος κλπ.
    ντεφ (το)   μτφ. ο σουρωμένος
    ντιπ για ντιπ   εντελώς παντελώς
    ντοβ   καλό π.χ. "ντοβ χαλόν"
    ντουγρού   απερίσκεπτα
    ντραμτζάνα (η)   μεγάλο γυάλινο δοχείο για οινοπνευματώδη ποτά
    ξεζγκαρίζομαι     γδέρνομαι, βγάζω αίμα. Χρησιμοποιείται κυρίως στον 
    αόριστο, πχ. "έπεσα με το ποδήλατο και ξεζγκάρσα το ποδάρι μ'"
    ξεμπλέτσωτος (ο)     μπιτ μπλετς
    ξεροσφύρι (το)   κατανάλωση οινοπνεύματος χωρίς μεζέ
    ξεστοχάω   ξεχνάω συνεχώς
    ξετσουμπρίζω   βγάζω ένα-ένα τα σπόρια από το καλαμπόκι, βγάζω μία-μία 
    τις ρόγες του σταφυλιού
    ξεχάω   ξεχνώ
    ξιάω, ξιέμαι   ξύνω, ξύνομαι
    ξιές (η)   πρόσβαση, access
    ξιούκι (το)   μπιτ φλάτσκα, μπανταλό
    ξιουπαρμένος (ο)   ο εξωπραγματικός, σαλαϊσμένος, σιουργμένος
    ξλιάς (ο)   ο πολύ λεπτός
    ξνίθρα (η)   στομαχική διαταραχή, ξινίλες
    ξύκι (το)   ξύγκι, λίπος
    οντάς (ο)     το καθιστικό
    οργιό (το)   το κρύωμα, χρησιμοποιείται με την έκφραση "με σήκωσε"
    οτ' νά 'ναι     πέρα βρέχει
    ούι!   σοβαρά;;; αλήθεια;;; τι είναι αυτό;;;
    παγράς (ο)
        ο Παγουράς, χαρακτηρισμός των Γιαννιωτών
    παπλαμούδα (η)   το παχύ χιόνι. πχ. "Ούι, ρίχν' παπλαμούδες!"
    παπς (ο)   γέροντας, παππούς
    παρί-παρί   τα χρήματα, εκ του σλαβικού παρί=χρήματα
    πάσλας (ο)   ντάτσκος, πρατσίλας, φλοέρας, γκόρος
    πασλεμωτό (το)   είδος κακής και αμφίβολης ποιότητας και φυσικά άγνωστης 
    προέλευσης
    ΠΑΣολές (ο)   οπαδός της ΜΙΑΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΩΣ, 
    του ΠΑΣ ΓΙΑΝΝΕΝΑ
    πάτα-κιούτα   ο ήχος του πισωκολλητού
    πατατούκα (η)   ένδυμα προστασίας απο το χειμερινό ψύχος, χοντρό παλτό
    πατούνα (η)   κάλτσα με χοντρή πλέξη, ιδανική για κτηνοτροφικές εργασίες
    πατριτζιάνα (η)   η μελιτζάνα
    παντζιάρ (το)   μυθοπλασία, ψέμα, βλ. και τριάρ
    παντζιαριανός (ο)   ο μυθοπλάστης, ο παραμυθάς, ο τριατζής (βλ. τρίο)
    παρτσακλός (ο)   αυτός που δεν μπορεί να μιλήσει καθαρά
    πατίκια (τα)   υποδήματα για χρήση μέσα στο σπίτι
    πατσιούρα (η)   μπιτ για μπιτ φλάτσκα
    πδάρ (το)   το πόδι
    πελέ, πελέδια (τα)   οι όρχεις
    πελεκάω   ξυλοφορτώνω βλ. και τσιουκανάω
    περδικλώνομαι   βλ. ζμπουδιέμαι
    πετσί (το)   συνουσία, βλ. και πριτσίνι
    πετσώνω   πριτσινώνω, συνουσιάζω
    Πέφτ (η)   η ημέρα Πέμπτη
    πίπκα (τα)   
    μπρούμυτα
    πισιάρω   ικανοποιώ την φυσική ανάγκη της ούρησης, από το ιταλικό pissare
    πιτχάρ (το)   σκληρός τσιόκος
    πλάκα (η)   αναστατώνομαι, σοκαρίζομαι, παθαίνω πλάκα
    πλατσιανάω   χτυπώ με δύναμη τα νερά
    πλατσκοκέφαλος (ο)   ο έχων το χαρακτηριστικό Ηπειρωτικό κεφάλι
    πλατσπάθια (τα)   αυτοφυή φυτά της Ηπειρώτικης υπαίθρου, κατά προτίμηση 
    εκατέρωθεν της ασφάλτου. πχ. "Ούι οι τζέδες, μπήκαν με τσ' μπάντες κι 
    έφκαν στα πλατσπάθια!"
    πλήθρα (η)   ανάμειξη ξηράς και υγρής τροφής στο στομάχι
    πλι (το)   πτηνό
    πλιγούρ (το)   νόστιμο κρέας
    πλύχωρο   ευρύχωρο, άνετο
    πουμπώνομαι   ή "μ' έπιακε πούμπωμα", δεν μπορώ να ανασάνω. Αόρ. πουμπώθκα
    πουριά (η)   
    η πόρτα
    πουρνό (το)   το πρωί, συνήθως χρησιμοποιείται εις διπλούν για να 
    δηλώσει τις πρώτες πρωινές ώρες
    πουτσοφλίγκαρος (ο)   βλ. μαλαπέρδα
    πράζω   ενοχλώ, πειράζω. πχ. "πράζ αν τράω (βλ.λ.);"
    πρατσαλάω   κολυμπάω ατσούμπαλα
    πρατσίλας (ο)   ο χωριάτης, ο ντάτσκος. Η λέξη προήλθε από τις 
    παλιότερες εθνικές ομάδες ποδοσφαίρου της Βραζιλίας (Brazil - Πρατσίλ), 
    στις οποίες οι περισσότεροι παίχτες ανήκαν σαφώς στη φυλή των Χαιταίων 
    (είχαν χαίτη στα μαλλιά)
    πρέντζα (η)   γαλακτοκομικό προϊόν
    πρεσάρω   πετσώνω
    πρετόρ   λερώνω τα πάντα γύρω μου
    πριτσινώνω   χαραφώνω
    προυγκάω   σπρώχνω ζώα κατευθύνοντάς τα στο μαντρί
    προυτσαλέκια (τα)   το ποπ-κορν, οι παπαδίτσες
    πτάνα (η)   γυναίκα χωρίς ηθική
    ρεύω     κάνω / παθαίνω κάτι σε μεγάλο βαθμό πχ. "έρεψε στο φαϊ" = 
    ρούπωσε, "έρεψε" = αδυνάτισε πολύ
    ρουμπουστίνες (οι)   κβέντες, χωρίς ιδαιτερο νόημα, στα πλαίσια παρέας 
    τζέδων
    ρουπώνω     ικανοποιώ τη δίψα ή τη πείνα μου
    ροχάλα (η)   αντιαισθητική έκκριση σίελου
    σαλεύω       μετακινούμαι
    σιάδ (το)   το ίσιωμα π.χ. ένα επίπεδο χωράφι. μτφ. ο γυμνός, ο ξεμπλέτσωτος
    σιαϊτάνς (ο)   ο ζωηρός, από το σατανάς. Σιαϊταναρούδ' = το ζωηρό παιδάκι
    σιαμούτα (η)   το τσίπουρο που βγαίνει προς το τέλος και ξαναρίχνεται 
    στο καζάνι με τα νέα σταφύλια. Πρέπει να σαι σιουριγμένο για να το 
    πιείς, εξ' ου και η φράση "έγνα μπιτ σιαμούτα" = μέθυσα όσο δεν πήγαινε άλλο
    σιαλαγάω   μαζεύω, π.χ. "σιαλάγατα τα πράτα"
    σιαλαϊσμένος (ο)   ο σιουριγμένος
    σιάλιαγκας (ο)   το σαλιγκάρι
    σιαλίρα   πολύ αλμυρό, υπερβολικά αλατισμένο φαγητό. πχ. "ούι γιε μ', 
    τούτου δω είναι σιαλίρα"
    σιαούτες (οι)   ύπνος μετά την ερωτική πράξη
    σιαπέρα   παραπέρα, ίσια πέρα
    σιαπέρας (ο)   βλ. φλοέρας. Αλλιώς και αϊσιαπέρας (ο μακρυά από δω). 
    Χαρακτηριστική έκφραση για τον αϊσιαπέρα: "τρεις λαλούν και δυο χορεύουν"
    σιαπέρω   καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι
    σιάψαλο (το)   πολύ ηλικωμένος, κούσιαλο
    σιέμος (ο)   πάσλας, γκόρος κτλ., από το ιταλικό siemo
    σιλεμουά   για τον εαυτό μου
    σιμεντλικουέρας (ο)   ο ηλίθιος, από το ιταλικό siemo della guerra 
    (ηλίθιος του πολέμου)
    σιοροκλεμές (ο)   γκόρος, πάσλας κλπ.
    σιουμπερδέκας (ο)   πάσλας, σιμεντλικουέρας
    Σιουποτσέλι (το)   το χωριό Δίλοφο
    σιουράω   το χω ντιπ χαμένο
    σιούτος (ο)   ο ανήμπορος ερωτικά
    σιούφρα (η)   στενή τρύπα στο πίσω μέρος του σώματός μας
    σκάμνια (η)   η μουριά
    σκαπετάω   πετάω κάτι μακρυά με πολύ δύναμη
    σκεμπές (ο)   περιττά κιλά συσσωρευμένα γύρω από την κοιλιακή χώρα
    σκεπάρν (το)   εργαλείο οικοδομών, στόκος
    σκιάζομαι   φοβάμαι
    σκλέτζα (η)   λεπτό σκοπ που χρησιμοποιούνταν στο παιχνιδι "η σκλέτζα κι 
    του σκλετζάρ", το στλιάρ'
    σκλετζάρ' (το)   το παγούρι που χτυπούσαν με τη σκλέτζα
    σκλέτζας (ο)   υπερβολικά αδύνατος
    σκλι (το)   σκυλί
    σκλίκι (το)   σκουλήκι
    σκόκας (ο)   ο πάσλας, ο γκόρος
    σκοπ (το)   μπαστούνι, ξυλοδαρμός
    σκουγμός (ο)   δάκρυα και οδύνη
    σκούζω   κλαίω με λυγμούς
    σκράμπια (η)   βλ. μπιτσκάουρας
    σκράπ (το)   το αεροβόλο. Χρησιμοποιείται από τις βάβες στα χωριά λόγω 
    του ήχου που παράγει κατα την εκτόξευση της βολίδας
    σμα   κοντά
    σνι (το)   το μικρό ταψί
    σορολόπ (το)   τα φόρτωσα στο κόκορα
    σπάρτσια (η)   το σφουγγάρι
    στάκα   περίμενε
    στανιάρω   έρχομαι στα ίσια μου
    σταρ (το)   το σιτάρι, είδους δημητριακού
    στλάκι (το)   η μπαταρία
    στλιάρ (το)   μακρύ και λεπτό κομμάτι ξύλου
    στόκος (ο)   ο ανήμπορος να καταλάβει
    Στολοβό (το)   το χωριό Διπόταμο
    στουκάρω   τρακάρω, συναντώ ανεπιθύμητα πρόσωπα
    στούκας (το)   παλιά τα χύμα τσιγάρα
    στούκι (το)   το χαρτοπαίγνιο 21
    στρέγομαι   συμφωνώ, με συμφέρει, π.χ., στη μοιρασιά όταν είμασταν 
    μικροί και παίζαμε μπάλλα, η αντίπαλος ομάδα δε είχε στις τάξεις της 
    τους καλύτερους παίκτες, οι αντιρρήσεις διατυπωνόταν με τη φράση "δε με 
    στρέει", ενίοτε δε και με την απειλή "φεύγω, παίρνω και την μπάλλα μου...".
    σφάλιαγκας (ο)   η αράχνη
    σφαλαγκωνιά (η)   ο ιστός της αράχνης
    τάβλα (η)     μικρό τραπεζάκι για φαγητό
    ταγάρας (ο)     αυτός που δεν παίρνει στροφές το μυαλό του
    τάλιαρο (το)   το κατακέφαλο, η χλέπα
    ταλιάρω   χειροδικώ
    ταπίπκα   ανάσκελα
    τάρα (η)   "δεν πήρα τάρα": δεν πήρα είδηση, χαμπάρι
    ταρατόρ   γαλακτοκομικό παρασκεύασμα από γιαούρτι
    τάχας (ο)   ο κώλος
    τένες (οι)   αθλητικά παπούτσια
    τερλίκια (τα)   πατούμενα για το σπίτι, ενίοτε ξύλινα
    τζαμάλες (οι)   Ηπειρώτικο έθιμο τις απόκριες (μεγάλες φωτιές στις 
    γειτονιές και γλέντι μέχρι πρωίας)
    τζαναμπέτης (ο)   ο απατεώνας
    τζατζαρώνω   κατσαρώνω
    τζερεμές (ο)   ταγάρας, σιέμος
    τζερτζελές (ο)   βαβούρα, χαβαλές
    τζες (ο)   ο τύπος
    τζιαμπούνας (ο)   αυτός που φωνάζει συνέχεια, επίσης ο μεθυσμένος π.χ. 
    "έγνα τζιαμπούνα"
    τζινάω   κεντρίζω, πειράζω
    τζιόρας (ο)   τζιουμπλέκας, ο στόκος
    τζιουμπάνς (ο)   κάτοχος αιγοπροβάτων
    τζιουμπλέκας (ο)   ταγάρας
    τζόβενο (το)   ο ηλικιωμένος που βγάζει νιάτα
    τικ (το)   χρησιμοποιείται με το ρήμα παίρνω, π.χ. "πήρες τικ;" = είδες;
    τικφάς (ο)   ο πάσλας, ο γκόρος κλπ.
    τόσο για   τόσο λίγο
    τουρλώνω   τεντώνω επιδεικτικά τον τάχα
    τραϊ (το)   ο τράγος
    τράω   κοιτάζω
    τριατζής (ο)   ο ψεύτης
    τρίματα (τα)   τα ψίχουλα
    τρίο, τριάρ   μυθοπλασία, κατασκεύασμα της φαντασίας, αλλιώς πατζιάρ
    τρίψα (η)   παπάρα, κομμάτια ψωμιού σε γάλα
    τρόγαλο (το)   γαλακτοκομικό είδος
    τρόμπας (ο)   ο επιρρεπής στη μαλακία
    τροξός (ο)   βλ. μπανταλός
    τρόχαλο (το)   πέτρα μικρού μεγέθους
    τσάκνο (το)   πολύ λεπτό κλαδί, χρησιμοποιείται συνήθως για το άναμμα φωτιάς
    τσάλε-μάλε (το)   η κλοπή
    τσ'άλλοι   τους άλλους π.χ. "Πού είναι ο Μήτσος; - Είναι με τσ'άλλοι"
    τσάξα   αορ. του ρήματος τσακίζω
    τσαπράγκαλο (το)   χαμένο, κουτό, χαζό, πχ. "Αυτό το παίδι είναι ντιπ 
    τσαπράγκαλο"
    τσάχαλα (τα)   χαλίκια, χώματα, άμμος, πχ. "Μου μπήκαν τσάχαλα στα μάτια"
    τσεκλίζω   σκίζω
    τσέκλιο   τρύπιο
    Τσερβάρ' (το)   το χωριό Ελαφότοπος
    τσερβέλο (το)   το κεφάλι, από το ιταλικό cervelo
    Τσερνέσ' (το)   το χωριό Ελατοχώρι (και Ατσερνέσ': "πάμε στο πανηγύρ' 
    στ' Ατσερνέσ' ;")
    τσιακμάκι (το)   ο αναπτήρας
    τσιαλεύω   αφαιρώ διακριτικά και παράνομα, κλέβω
    τσιαούλι (το)   η κάτω γνάθος
    τσιαπλιάζω   διαλύω, κάνω λιώμα. Συνήθως με το επιφωνηματικό επίρρημα 
    "ούι", π.χ. "ούι, το τσιάπλασε"
    τσιατάλι (το)   το κομμάτι που προεξέχει. Μτφ. τα πεταχτά αυτιά π.χ. 
    "τέτοια τσιατάλια πού 'χει το χαλόν, μπορεί και να πιάν και MTV!"
    τσιάφ (το)   η φαλτσοστεκιά στο μπιλιάρδο, "έκανα τσιάφ": μ' ξέφκε
    τσιαφλέκι (το)   η δυνατή κλωτσιά
    τσιγαλιά (η)   η αμυγδαλιά
    τσίγαλο (το)   ο καρπός της τσιγαλιάς
    τσιγκλάω   ενοχλώ, πειράζω, τζινάω
    τσικνερός (ο)   ο πολύ αδύνατος, αυτός που είναι σαν τσάκνο
    τσίμα (η)   είδος μικρού ψαριού
    τσίμα-τσίμα   ίσα-ίσα
    τσιόκαλο (το)   κόκκαλο, επίσης και παγωμένο. Χαρακτηριστική η φράση, σε 
    περίπτωση δικαιολογημένης (ή μη) αγανάκτησης: "μπα π' να σ' ειχε βαρέσ' 
    το τσιόκαλο"
    τσιόκος (ο)   ο φαλλός
    τσιόντα (η)   ταινία ακατάλληλη για ανήλικους
    τσιούκα (η)   η κορυφή βουνού
    τσιουκανάω   κοπανάω, χτυπάω
    τσιούπρα (η)   η κοπέλα
    τσιουράπω (η)   το χαλόνι (βλ.λ.) αμφιβόλου ηθικής
    τσίπρο (το)   οινοπνευματώδες ποτό που δε πίνεται ποτέ ξεροσφύρι
    τσιριπούλι (το)   σπουργίτι
    τσίρλα (η), τσερλιό (το)   κόπρανα σε υγρή μορφή
    τσιρλιπιπί (το)   το κόψιμο
    Τσοντήλα (η)   το χωριό Δίκορφο
    τσόπλα (η)   πέτρινη πλάκα που πέφτει με μηχανισμό μόλις το πουλί πάει 
    από κάτω - παγίδα
    τσότσος (ο)   μικρός στο μέγεθος
    τσουτσέκι (το)   το πολύ μικρό. Συνήθως χρησιμοποιείται υποτιμητικά π.χ. 
    "που πας ωρέ τσουτσέκι; δεν είναι για τα δόντια σ' το χαλόν!"
    τφέκι (το)   το όπλο, το τυφέκιον
    τχάρι (το)   τοίχος μικρού μήκους
    φαγκρί (το)     χρησιμοιείται με το ρήμα παίρνω, π.χ. "πήρα φαγκρί" = είδα
    φαγκρίζω   μισανοίγω το στόμα και ενίοτε χαζογελάω συνήθως από αμηχανία, 
    πχ. "τι φαγκρίζεις σαν του τραϊ;"
    φασίας (ο)   Ο τζές που έκανε πολλές ντρίπλες στα ποδόσφαιρα για να 
    αποσπάσει θαυμασμό αλλά δεν τα κατάφερνε και μας τα έσπαγε. Αργότερα, ο 
    φασίας έκανε τις φασίες του για να τον γκαϊντάρουν τα χαλόνια (βλ. 
    γκαζιά με το αυτοκίνητο και μουσική στα τέρματα) αλλά και πάλι δεν τα 
    καταφέρνει, ντροπιάζει και το ανδρικό φύλο, εξακολουθεί δε να μας τα σπάει
    φατούρο (το)   Ομαδική επίθεση σε ατυχή ο οποίος έκανε λάθος (π.χ. 
    ισχυρίστηκε ότι η Γαλατά Σεράϊ έχει πιο καυτή έδρα από τον ΠΑΣ όταν 
    παίζει εκτός)
    φαφούτς (ο)     αυτός που δεν έχει δόντια
    φέω   βαγέρω, αορ. Έφκα
    φλαπούτσος (ο)   μαλαπέρδα, τσιόκος, ματρακάς
    φλάτσκα (η)   το χαλόν που ναι μπιτ για τα μπάζα
    φλιπάρω   σιουράω
    φλοέρας (ο)   άτομο πέρα βρέχει, σουρωμένος
    φλόκια (τα)   αποτέλεσμα εκσπερμάτωσης
    φουλτάκα (η)   μεγάλο σπυρί με πύον, φουσκάλα
    φούρκα (η)   ξύλο με διχάλα στην άκρη που χρησιμοποιείται για υποστήλωμα
    φουρκαλιάζω   παίρνω φωτιά π.χ. "Τι να ιδώ πιδάκι μ', έκανε ένα μπαμ και 
    φουρκαλιάστκε όλο το σπίτ'!"
    φουρκατσιούλα (η)   παλιότερα απάντηση στην ερώτηση: "-Που ήσαν; -Στ' 
    φουρκατσιούλα", όταν ο άλλος δεν θέλει να πει!
    φουρλαϊδας (ο)   ο μπιτ φλοέρας
    φραμπαλάς (ο)   τζερτζελές
    φραμπαλατζής (ο)   ο εφετζής, ο χαβαλές
    φριτζλάω   πετάω
    φσέκι (το)   μεθυσμένος, αλλιώς γκολ, αεροπλάνο, κδούνα, ντεφ, φλοέρα, 
    κουνουπίδι, καρότο, φωτοβολίδα
    φουσκή (η)   είδος φυσικού λιπάσματος, κοπριά
    χαλές (ο)       μέρος για χατζιάρσμα, ο θρόνος, η τουαλέτα
    χαλεύω   γυρεύω, αναζητώ
    χαλόν (το)   το αιδοίο, έχει επικρατήσει και ως γυναίκα, γκόμενα
    χαμόρ (το)   το χαμένο, ο πάσλας, ο γκόρος κλπ.
    χαμπλάς (ο)   ο ψηλός και άχαρος άνθρωπος
    χαράφωμα (το)   η ερωτική πράξη
    χατζιάρω   αφοδεύω, από το ιταλικό caggare
    χειμουνκό (το)   το καρπούζι
    χλαπακιάζω   καταβροχθίζω
    χλεμπόνα (η)   βλ. ροχάλα
    χλεμπονιάρης (ο)   ο καχεκτικός
    χλέπα (η)   η ροχάλα
    χλεχλές (ο)   ο βουτυρομπεμπές, συνήθης χαρακτηρισμός των αθηναίων :-)
    χλιαβρίζω   χατζιάρω (βλ.λ.) αλλά πάρα πολύ, σε μεγάλη ποσότητα
    χλιάρ (το)   το κουτάλι
    χλιμίτζουρας (ο)   χαζοβλάκας
    χολιάω   ανησυχώ
    χουγιάζω   τρομάζω
    χούι (το)   η ιδιοτροπία. Χαρακτηριστική φράση - παροιμία: "Πρώτα σ' 
    βγαίν' η ψχή και μετά το χούι"
    χουριάτς (ο)   ο έχων νοοτροπία χωριού
    χούφταλο (το)   βλ. κούσιαλο
    χοχλάζω   βράζω
    ψι (το)     το PC, ο ηλεκτρονικός υπολογιστής, πληθ. τα ψιά
    ψιά     λίγο
    ψιές   εχθές
    ψίχα   λίγο
    ωρέ       βγαίνει απο το μωρός