"Κατά τον Δαίμονα εαυτού"

Τζιμ Μόρισον, "Κατά τον Δαίμονα εαυτού" αφιερωμένο στη φίλη μου τη Μαριάννα       


της Σοφίας Αργυροπούλου (Άτη Σολέρτη)
Image
Οι προβολείς ακόμα ήταν στραμμένοι πάνω του. Εκείνος… πάνω στη σκηνή, τη μεταμορφωμένη σε υδάτινη λίμνη φωτός σε σχήμα μπανιέρας, βύθιζε κάθε όραμα μαγευτικό στον κόσμο του χάους που τόσο επέμενε να εξερευνεί. Άνοιγε πόρτες και βάδιζε ξοπίσω τους παρέα με δαιμόνια που τον στοίχειωναν από παιδί. Με συνοδεία τη μελωδία της ναρκοφόρας μέθης αχνά εξαϋλώθηκε… Όμως ακόμα παραμένει στη σκηνή. Τη στήνει. Το πληθος αγγίζει. Χωρίς το ρόλο του να χάνει. Δεν είχε δύναμη το πλήθος που παραληρούσε για εκείνον, να τον παρασύρει σε μια κενότητα χρισμένη φως και δόξα. Το ίδιο πλήθος που του χάριζε τη δύναμη της παρατήρησης, της πίσω σκέψης, που στιγμάτιζε και όριζε γυάλινα φάσματα, θνητά πλάσματα, οφθαλμικούς καθρέφτες που δείχνανε πάντα τους φταίχτες. Εκείνος πάντα πάνω εκεί! Ξεδίπλωνε νοήματα…Έπλεκε νήματα ονειρικών εφιαλτών των συγγενών στιγμών της μνήμης. Της δικής του. Των γύρω του. Κοιτάζοντας εκείνο το κρυστάλλινο γυαλί της ναρκωμένης του συνείδησής, παραμιλούσε τα δικά του…


«Ο οφθαλμοπόρνος, ο ηδονοβλεψίας, ο μπανιστιρτζής
είναι ένας διαβολικός κωμικός. Αποκρουστικός
μέσα στη σκοτεινή ανωνυμία του, μέσα στη
μυστική επιδρομή του. Αξιοθρήνητα μόνος.

Όμως, κατά παράδοξο τρόπο, μπορεί μέσα στην
ίδια τη σιωπή και την κρυψώνα του να γίνει ο άγνωστος
παρτενέρ κάποιου που κρύβεται στην οπτική
του ακτίνα. Αυτή είναι η απειλή και η δύναμή του».
Είχε μια δύναμη το πλήθος να καλεί..., να κατοπτρίζει, να κάνει τις εικόνες της ζωής του να κυλάνε από τον πρώτο… ως τον τελευταίο θεατή, από το ύψος… εκεί μπροστά του… ως το βάθος... εκεί που μαγνητίζεται και χάνεται το μάτι εντός της οπτικής του ακτίνας. Δειλά μεταμορφώθηκε το πλήθος σε μια οθόνη μαγική. Αυτή ήταν η απειλή και η δύναμή του. Μέσα της, το φιλμάκι της ζωής του ξεδιπλώθηκε αργά… Έπεσαν οι τίτλοι. Είδε το πρώτο όνομα να γράφεται στο μαύρο φόντο με κεφαλαία λευκά γράμματα. Το δικό του.

JAMES DOUGLAS MORRISON

Ο γεννημένος την 8η Δεκεμβρίου του 1943 στη Florida των Η.Π.Α. Σήμερα ο μήνας ήταν Ιούλιος. Είχαμε 3. Το έτος… 1971. Κάτι δεν πήγαινε καλά μέσα του. Έξω του. Πάνω του. Στη σκηνή, η όρασή του έπλεκε εικόνες προδοσίας. Τα φώτα στόλιζαν τα ανακριτικά πεδία που μισούσε να βρίσκεται. Τα νερά της λίμνης γέμισαν αίμα. Ήθελε τόσο ν’ αποδράσει απ’ τη σκηνή! Από τα φώτα! Από αυτή την παγωμένη λίμνη σε σχήμα μπανιέρας, την οικεία του κλίνη. Κάτι του έλεγε πως ήρθαν προμηνύματα ταφής. Ο θάνατος. Το τέλος. Το φίδι της αναδρομής του, φυσούσε τον αέρα της πρόκλησης στα λόγια του…
«Ride the snake, ride the snake
to the lake, the ancient lake, baby
The snake is long, seven miles»
Ένιωθε μουδιασμένος, στιγματισμένος, φοβισμένος. Όπως στα πρώτα επεισόδια της ζωής του… τότε που ήταν παιδί. Κοίταξε την οθόνη. Οι στίχοι! Κι αυτοί αιμορραγούσαν το ίδιο στοίχειωμα…
«Indians scattered on dawn's highway bleeding
Ghosts crowd the young child's fragile eggshell mind».
(«Ινδιάνοι σκορπισμένοι στον αυτοκινητόδρομο της αυγής αιμορραγούν/Φαντάσματα βρίθουν το εύθραυστο σαν τσόφλι μυαλό του μικρού παιδιού».)
Οι Ινδιάνοι! Το ατύχημα! Εκείνος μόλις τεσσάρων ετών. Μία παράσταση θανάτου πάνω στη μεταμόρφωση της μέρας. Το εύθραυστο του χρόνου, της αυγής η στιγμή. Κι η έρημη ψυχή εκείνου του παιδιού έμαθε πλέον να υπακούει στις σκοτεινές συνομωσίες της κάθε σκέψης του μυαλού. Έμοιαζε να βαδίζει σε μια έρημο, αφήνοντας τους κόκκους της επίτηδες να σημαδεύουν με εκείνο το υποκίτρινο χρώμα κάθε πτυχή του κόσμου του. Οι Ινδιάνικες ψυχές έξαλλες έτρεχαν τριγύρω σαν φαντάσματα. Έψαχναν μάτια να τις δουν, να εξηγήσουν τι συνέβη…Ούτε κι εκείνες ήξεραν. Έτοιμα μάτια, ικανά να τις μεταμορφώσουν για να μπορέσουνε να βρουν τη λύτρωση που αυτές ζητούσαν. Κι εκείνος πάντα εκεί… Αφήνοντας το βλέμμα του να τον προδώσει. Άνοιγε πόρτες κι ερμήνευε στιγμές. Όπως και τότε που τις καλωσόρισε και τον σφραγίσανε για πάντα. Κι εκείνες οι γονεϊκές φωνές ήταν και τώρα αρνητικές. Όπως και πάντα. «Δεν μπήκανε ποτέ αυτά τα αερικά στα μάτια. Ήταν αποκυήματα της φαντασίας του ονειροπόλου αγοριού». Ίσως αποτελούσανε ραδιουργίες της λογικής εις βάρος του εκλεκτού του πλήθους. Ίσως να ήτανε παραίσθηση παρασυρμένη από ενδόμυχες κραυγές. Ίσως πολλά. Ίσως και τίποτα. Ίσως να μάντεψαν. Ίσως να σφράγισαν. Τις πόρτες της αντίληψής του. Αυτές που από τότε έμειναν πάντα ανοιχτές. The doors of his perception… Κι εκείνα τα σοφά του William Blake λόγια, καρφώθηκαν απέναντί του, στην οθόνη.
«If the doors of perception were cleansed every thing would appear to man as it is, infinite».
(«Εάν οι θύρες της αντίληψης άνοιγαν, τότε το κάθε τι θα παρουσιαζόταν όπως ακριβώς είναι, δηλαδή άπειρο».)
Ψίθυροι έτοιμοι να αποκαλύψουν τα υπαρξιστικά βαθιά νοήματα της ζωής και του θανάτου, τη μεγάλη ιδέα της Anima, τον βούλιαξαν στον κόσμο του υποσυνειδήτου του. Οι ιερείς της γνώσης, γιατροί και μάγοι, σαμάνοι των ψυχών αποκαλύφθηκαν μπροστά του. Μορφές σημαδεμένες μες στο χρόνο των χρόνων που έσυρε κι ο ίδιος σε κάθε βήμα της σκέψης του. Friedrich Nietzche, William Blake, Arthur Rimbaud, Jack Kerouac. Οι μπήτνικς. Ο φίλος του Michael McClure. Όλοι σαν ένας, γίνονταν ένας και τον μυούσανε ξανά στην τελετή του χρίσματος για λίγους και καλούς, μιας υπόγειας θέασης εσώτερων αληθειών. Εκείνος ήτανε ο εκλεκτός εφόσον είχε τα κατάλληλα μάτια. Μάτια που έμοιαζαν με κάτι χυδαίο. Μάτια αναδυόμενα από φως. Σαν τα δικά του μάτια. Φτιαγμένα από φωτιά. Τα λόγια του…
«Το μάτι μοιάζει με κάτι χυδαίο
μέσα στο άσκημο τσόφλι του.
Βγες στ’ ανοιχτά
μ’ όλη τη λάμψη σου»

«Το μάτι αναδύεται από το φως για το φως.
Ασαφείς επιφάνειες και όργανα εξελίσσονται προς τη
μοναδική τους μορφή. Το ψάρι έγινε από το νερό,
το πουλί από τον αέρα, το σκουλήκι από το χώμα.
Το μάτι είναι δημιούργημα της φωτιάς».
Μάτια φτιαγμένα από φακό μιας κάμερας obscura.  Της τέχνης που λάτρευε κι υπηρετούσε. «Ο κινηματογράφος! Η θρησκεία της τρέλας», έλεγε.
«Η γοητεία του κινηματογράφου έγκειται στο φόβο
του θανάτου.

Μια καταληψία, ήπια και ακίνδυνη, κατά βάθος
στείρα. Σε μια μόνο εικόνα δεν παραμονεύει ο κίνδυνος».
Παραμόνευε ένα γεμάτο θέατρο κατακλυσμένο από εφήμερες περσόνες πάντα πρόθυμες να παρασύρουν ανυποψίαστες πορνικές σκιές σε ένα παιχνίδι τεχνητού αργόσυρτου θανάτου. Οι προειδοποιήσεις του είχαν αφήσει ίχνη…
«Φαντασμαγορία, παραστάσεις του μαγικού λυχναριού,
     θεάματα χωρίς υπόσταση.
Πετύχαιναν μια απόλυτη αισθητική εμπειρία
με θόρυβο, λιβάνι, αστραπή και νερό.

Μπορεί να ‘ρθει μια μέρα όπου θα πηγαίνουμε
στο Μετεωρολογικό θέατρο για να θυμηθούμε
πώς ήταν η βροχή».
Η δύναμη της μεταμόρφωσης τον έχριζε προφήτη σε μιαν ατμόσφαιρα λυτρωτικής αποκάλυψης.
«Μεταμόρφωση. Ένα αντικείμενο αποκόβεται απ’
     τ’ όνομά του,
τις συνήθειες και τους δεσμούς του. Έτσι
     αποσπασμένο
γίνεται το πράγμα καθαυτό και γι’ αυτό.
Όταν αυτός ο διαμελισμός πετυχαίνεται τελικά
πάνω σε μια απλή ύπαρξη, τότε το αντικείμενο
είναι ελεύθερο να μεταμορφωθεί ατελείωτα σ’
οτιδήποτε». 
Το μαγεμένο θέαμα μπροστά του, ξεδίπλωνε την παρουσία της αλχημείας, τα κρυφά νοήματα, τη μελαγχολική μουσική των Ουράνιων σφαιρών, την τηλεπάθεια, σε κάθε αντικείμενο και υποκείμενο που συναντούσε ο φακός του…  «Κινηματογράφε, κληρονόμε της αλχημείας, τελευταία απ’ τις ερωτικές επιστήμες».
Η αλχημεία της τέχνης που ξεθάβει, μεταμορφώνει, εξαγνίζει…
«Η αλχημεία είναι ερωτική επιστήμη, κρύβεται στις
θαμμένες όψεις της πραγματικότητας, θέλει να
εξαγνίσει και να μεταμορφώσει τα όντα και την
ύλη.
Κάτι τέτοιο δεν σημαίνει φυσικά πως οι υλικές
προσπάθειες υποτιμούνται. Ο έμπειρος εργάζεται και
μυστικιστικά και φυσικά».

«Οι αλχημιστές αντιλαμβάνονταν παράξενες
     αντιστοιχίες γονιμότητας
ανάμεσα σε απίθανες τάξεις πραγμάτων. Ανάμεσα
στους ανθρώπους και τους πλανήτες, τα φυτά και
    τις χειρονομίες
τα λόγια και τον καιρό.

Αυτοί οι συσχετισμοί που αναστατώνουν:
Τα κλάμα του μωρού και το χάδι από μετάξι.
Ο λαβύρινθος του αυτιού κι η παρουσία των σκύλων
     στην αυλή.
Ένα γυναικείο κεφάλι που γέρνει για να κοιμηθεί
κι ο πρωινός χορός των κανιβάλων. Αυτές
είναι οι συζυγίες που ξεπερνούν το στείρο όριο
     κάθε «ηθελημένου»
μοντάζ. Αυτές οι αντιπαραθέσεις αντικειμένων,
    ήχων, πράξεων, χρωμάτων, όπλων, πληγών και
    οσμών
λάμπουν με τρόπο που δεν είναι δυνατό να
    καταλάβουμε,
με ανείπωτο τρόπο».

«Το φιλμ δεν είναι τίποτα αν δεν αναπαριστά
αυτή την αλυσίδα των υπάρξεων που κάνει τη
     βελόνα μυτερή
πάνω στη σάρκα και γεννάει εκρήξεις
σε μια ξένη πρωτεύουσα.

Το σινεμά μας γυρίζει πίσω στην Anima, στην
εμψύχωση, τη θρησκεία της ύλης που χαρίζει στο
καθετί τη δική του θεϊκή διάσταση και βλέπει θεούς
μέσα σ’ όλα τα πράγματα και τα πλάσματα».
Η σύγχρονη όψη της ιστορίας των σκιών, η θολή έμπνευση των φαντασμάτων της ζωής του. Αυτών που ώθησε να πρωταγωνιστήσουν μέσα του κι ύστερα στα φιλμάκια του: First Love (1965), HWY An American Pastoral (1969), A Feast of Friends (1970). Εικόνες, σκέψεις, λέξεις. Όλα αντικαθρεφτίσματα των καταγεγραμμένων επαφών με την πραγματικότητα. Κάνουν υπόκλιση στο μεγαλείο των φακών και των ειδώλων.
«Το σινεμά δεν προέρχεται απ’ τη ζωγραφική, τη
λογοτεχνία, τη γλυπτική ή το θέατρο, αλλά απ’ την
αρχαία λαϊκή μαγεία. Είναι η σύγχρονη όψη μιας
εξελισσόμενης ιστορίας σκιών, μια ηδονή για τις
κινούμενες εικόνες, μια πίστη στη μαγεία.

Η καταγωγή του έχει, απ’ τα βάθη της ήδη, σχέση
με ιερείς και μαγείες, με επικλήσεις φαντασμάτων.

Στη αρχή, οι άνθρωποι με τη βοήθεια του καθρέφτη
και της φωτιάς καλούσαν μυστηριώδεις
σκοτεινούς επισκέπτες από περιοχές θαμμένες μέσα
στο μυαλό. Σ’ αυτές τις συγκεντρώσεις, οι σκιές
ήταν τα πνεύματα που ξόρκιζαν το Κακό.
Κι όταν τα ξόρκια έχαναν κάτι από εκείνη την υποβλητική τους δύναμη που διώχνει το Κακό, οι ίδιες σκιές υπαγόρευαν…
«Χρειάζεται μεγάλο έγκλημα για να γυρίσεις τα
βράχια στη σκιά και να ξεσκεπάσεις από κάτω
παράξενα σκουλήκια. Οι ζωές των ανικανοποίητων
τρελών μας φανερώνονται».
Κι εκείνος, παρατηρητής μιας ύπαρξης που απογοητεύει… ένιωθε, άκουγε, έβλεπε…
«Τίποτα. Έξω ο αέρας
μου καίει τα μάτια.
Θα τα βγάλω
για να γλιτώσω
από το κάψιμο».
Κι ύστερα έβγαζε τα μάτια του κι έβαζε δυο ζυγούς στη θέση τους. Την αλήθεια και την οφθαλμαπάτη. Η δύναμη της μεταμόρφωσης είχε μια εξουσία που κυρίευε δούλους κι αφέντες στο πανηγύρι των ψυχών! Η επικίνδυνη γιορτή της τέχνης!
«Η συγκέντρωση αρχίζει για να γιατρευτεί η
     αρρώστια.
Μπορούσε να κυριευτεί από θλίψη
ένας λαός που σέρνει πίσω του ιστορικά γεγονότα
ή πεθαίνει στη μέση ενός άσχημου τοπίου.
Γυρεύουν όλοι να γλιτώσουν απ’ την καταδίκη,
από το θάνατο και τον τρόμο.
Γυρεύουν τρέλα, επίσκεψη θεών και δυνάμεων,
θέλουν να κερδίσουν ξανά την πηγή
της ζωής απ’ τους δαίμονες που την έχουν αρπάξει.

Η θεραπεία αναδύεται απ’ την έκσταση.
Θεραπεύεις τη αρρώστια ή την εμποδίζεις να ‘ρθει,
ξαναζωντανεύεις την άρρωστη και κερδίζεις
την κλεμμένη ψυχή.

Είναι σφάλμα να πιστεύουμε πως η τέχνη
χρειάζεται, για να υπάρξει, το θεατή της.
Το φιλμ κυλάει και δίχως μάτια.
Όμως ο θεατής δεν μπορεί να υπάρξει δίχως αυτό,
γιατί μόνον αυτό τον βεβαιώνει πως υπάρχει».
Και το δικό του φιλμ κυλούσε δίχως τα δικά του μάτια. Κυλούσε μέσα στα μάτια όσων επισκιάσανε το οπτικό πεδίο των χρόνων που ιχνηλάτησε. Που τον στιγμάτισαν και στιγμάτισε χρισμένος θεατής και θέαμα σ’ αυτή την ύστατη πορεία πριν το τέλος. Δεν ήταν σίγουρος αν μόνο το φιλμάκι αυτό βεβαίωνε την ύπαρξή του…
«Οι κύριοι. Γεγονότα συμβαίνουν πέρα απ’ την
     επίγνωση
ή τον έλεγχό μας. Άλλοι ζουν τις ζωές μας.
     Μπορούμε μοναχά
να προσπαθούμε να τους σκλαβώσουμε. Όμως με
     τον καιρό
αναπτύσσονται ιδιαίτερες αντιλήψεις. Η ιδέα
     των «κυρίων»
αρχίζει να σχηματίζεται μέσα σε κάποια μυαλά.
Θα πρέπει να τους εντάξουμε σε ομάδες δεκτών
και να τους ξεναγήσουμε στο λαβύρινθο
κατά τη διάρκεια των μυστηριακών νυχτερινών
     τους εμφανίσεων.
Οι κύριοι διαθέτουν κρυφές εισόδους, ξέρουν να
μεταμφιέζονται. Όμως προδίδονται απ’ τα
      απλούστερα πράγματα.
Πολύ φως που γυαλίζει στο μάτι.
Μια λανθασμένη χειρονομία. Ένα βλέμμα
πολύ μακρινό και παράξενο.

Οι κύριοι μας κατευνάζουν με εικόνες. Μας δίνουν
βιβλία, συναυλίες, γκαλερί, σώου, σινεμά.
Ιδιαίτερα σινεμά. Με την τέχνη
θολώνουν τα νερά και μας κάνουν να μη βλέπουμε
    τη σκλαβιά μας.
Η τέχνη στολίζει τους τοίχους της φυλακής μας,
μας κρατάει αμίλητους, απασχολημένους,
     αδιάφορους.

Λιοντάρια που τεμπελιάζουν πλαγιασμένα σε μιαν
υγρή αμμουδιά.
Το σύμπαν γονατίζει στο βούρκο
για να μπορεί να κοιτάζει περίεργα
τη στάση της σήψης του
στον καθρέφτη της συνείδησης του ανθρώπου.

Καθρέφτης αφηρημένος, γεμάτος κόσμο,
    απορροφητικός,
παθητικός σε ό,τι τον επισκέπτεται
και σ’ ό,τι του τραβάει το ενδιαφέρον.

Πόρτα για πέρασμα στην άλλη μεριά,
η ψυχή ελευθερώνεται με το δρασκέλισμα.

Γύρνα τους καθρέφτες προς το μέρος του τοίχου
στο ανάκτορο των νέων νεκρών».
Μετά από μια μυστήρια συνουσία οι φόβοι έγιναν παράξενοι επισκέπτες κι έβαζαν άγνωστους στόχους. Η τρέλα ντύθηκε την αδυναμία κι έκοβε βόλτες για να τρυπώσει σε καθησυχασμένα σπιτικά. Οι ίσκιοι έστησαν χορό μαζί με αλλοιωμένες ψευδαισθήσεις. Η νύχτα αλήτευε εκστασιάζοντας τους ναρκωμένους εραστές με το σκοτάδι της. Ποιος θα μπορούσε να αποφύγει την αλητεία της στιγμής; Μια ψυχεδελική θέαση των πραγμάτων, έμοιαζε να προσφέρει λύσεις… Σωστές! Γρήγορα! Έπρεπε να τις καταγράψει! Οι σημειώσεις για την όραση, η παρωδία του κόσμου! Η άνοδος της εξουσίας της αναρχίας! Μια παράσταση αποκάλυψης ζητούσε από τα μάτια του να βγει, να ειδωθεί. Κι εκείνος ήξερε πως η εφήμερη μποέμικη ζωή του, ήταν εξίσου μια παράσταση… τόσο αναγκαία, όσο και ανυπόφορη. Οι καταχρήσεις του, παιχνίδια με τον δαίμονα, την αδελφή ψυχή του. Η θέαση από το βύθισμα… φορές δεν ήταν αρκετή!
«Οι κόρες των ματιών διαστέλλονται στη διάρκεια
ανώμαλων καταστάσεων. Ναρκωτικά, τρέλα, μέθη,
παράλυση, εξάντληση, νάρκωση, παραζάλη, έντονη
σεξουαλική διέγερση. Το μάτι ανακαλύπτει τον
ωκεανό του, αφού κι η ίδια η ιδέα του ωκεανού έχει
λήξει».
Όμως εκείνος ήξερε! Γι’ αυτό και είχε πει…
«Expose yourself to your deepest fear; after that, fear has no power, and the fear of freedom shrinks and vanishes. You are free».
(«Έκθεσε τον εαυτό του στον μεγαλύτερο φόβο σου. Μετά από αυτό ο φόβος θα είναι ανίσχυρος, και ο φόβος της ελευθερίας συρρικνώνεται κι εξαφανίζεται. Είσαι ελεύθερος».)
Έτσι ελεύθερος δραπέτης της στιγμής, άφηνε πίσω του τις αδάμαστες μνήμες, κι ότι δεν ταίριαζε στο δέρμα του, το πέταγε. Δεν τον απασχολούσε η γύμνια. Κεντούσε πάνω του τις ιστορίες απ’ την αρχή του αγέρωχου χρόνου. Χωρίς στολίδια. Με γράμματα και λόγια. Κι έτσι στα ξαφνικά ανάψανε τα φώτα! Κι ακούστηκε μια μελωδία…Μια βαρύτονη φωνή. Μια υστερία απ’ το κοινό. Οι Doors! Κι εκείνος η προσωποποίηση του Lizard King («Βασιλιά Σαύρα»), είχε τη δύναμη να σέρνεται, να αλλάζει χρώματα και δέρματα, να βλέπει και να βλέπεται... βαθιά και μυστικιστικά.
“He was the Lizard King,
He can do anything”.
Φιλόσοφος-ποιητής, ένας σαμάνος της ύπαρξης, δάσκαλος οραμάτων, έγραφε κι έλεγε από ό,τι έκρυβε η ψυχή του. Ότι ήταν έτοιμη εκείνη να προσφέρει, για να τραφούν κι άλλες ψυχές, κι άλλα μάτια. Όσα ήταν κατάλληλα και έτοιμα. Να ακούσουνε, να δούνε, να δεχθούν. Το παιχνίδι της όρασης…
«Once I had, a little game
I liked to crawl, back in my brain
I think you know, the game I mean
I mean the game, called 'go insane'
Οι Doors! Οι πύλες! Οι πύλες της αντίληψής του, που έσπρωχναν κι εκείνες του κοινού να ανοίξουν… Τα φώτα αργά τον έλουσαν κι ακούστηκε ο πρώτος ήχος, η πρώτη λέξη, μηνύματα φυγής. Εικόνες παρατήρησης δικές του, κι ορφανές, στου κόσμου την αλήθεια στριμωγμένες.
«People are strange when you're a stranger
Faces look ugly when you're alone
Women seem wicked when you're unwanted
Streets are uneven when you're down

When you're strange
Faces come out of the rain
When you're strange
No one remembers your name
When you're strange
When you're strange
When you're strange…»
Τα πρόσωπα, μοναχικοί, παράξενοι επισκέπτες στου χωροχρόνου την πορεία, οι γυναίκες, οι θύμησες, τα ονόματα… τα ταξίδια της βροχής… Η ροκ σκηνή του ανήκε! Τα μουσικά άλμπουμς: The Doors (1967), Strange Days (1967), Waiting for the Sun (1968), The Soft Parade (1969), Morrison Hotel (1970), L.A. Woman (1971). Μια κινούμενη έμπνευση ο αέρας της θεατρικής του παρουσίας. Εκείνος στη μέση, φορώντας το δερμάτινο παντελόνι του, γινόταν μαγνήτης γυναικών… Η αυτοκαταστροφή, η χρήση αλκοόλ και ναρκωτικών, η ψυχεδέλεια, οι σκέψεις ντυμένες λέξεις, τον έκαναν ακόμα πιο γοητευτικό στα μάτια του πιστού κοινού του. Ένιωσε πάνω του ενοχικά να τον αγγίζουν οι άλλοτε λατρεμένες μορφές που χάριζαν στις νύχτες του τα ίδια αγγίγματα, χωρίς ωστόσο την ενοχική υφή να τα συνοδεύει. Οι κόρες των ματιών του, οι ερωτικές του σύντροφοι…
«Η επιλογή ενός ερωτικού συντρόφου αρχικά
βασίζεται πάνω στην οπτική έλξη. Είναι λάθος να
πιστεύεις πως το μάτι μπορεί να χαϊδέψει μια
γυναίκα. Μια γυναίκα είναι φτιαγμένη από φως ή από
σάρκα; Η εικόνα της δεν είναι ποτέ πραγματική για
το μάτι, εγγράφεται στα άκρα των δακτύλων».
Ντυμένες Οφηλίες, νύμφες των ποταμών, έσταξαν δάκρυα μπροστά στα μάτια του, κυρίες μιας παράξενης αύρας ηδονικής και επικίνδυνης… Η Janis Joplin, η Grace Slick, η Nico, η Gloria Stavers, η Patricia Kennealy. Όταν αραίωσαν τα πέπλα από τις θύμησες, τον κάλυψε από τα βάθη, λευκοντυμένη η μορφή της Pamela Courson. Του άπλωσε τα χέρια της, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για τα χρόνια που περάσανε μαζί. Εκείνα που ματαίως τα στοιχειώνανε οι θύελλες των παιχνιδιών του έρωτα, κι εκείνα τα κατώτερα στοιχήματα που υπαγόρευε η λογική της ελευθερίας τους στις εύθραστες ψυχές τους. Ήταν η σύντροφος της ζωής του, από τα πρώτα επεισόδια της καριέρας του, αυτή που είχε δει πρώτη τα γράμματα των οραμάτων του και τον ωθούσε να τα τυπώσει και στα μάτια του πλήθους. Του ερωτευμένου πλήθους με το είδωλο εκείνου. Με εκείνο το είδωλο που εκείνος διάλεγε να το προσφέρει στο κοινό του. Ελεύθερο κι αληθινό!
«The most important kind of freedom is to be what you really are. You trade in your reality for a role. You give up your ability to feel, and in exchange, put on a mask».
(«Το πιο σημαντικό είδος ελευθερίας είναι να είσαι αυτό που πραγματικά είσαι. Ανταλλάσεις την πραγματικότητά σου με έναν ρόλο. Εγκαταλείπεις την ικανότητά σου να αισθάνεσαι, και σε αντάλλαγμα, φοράς μια μάσκα».)
Εκείνος ήταν πάντα αυτό που πραγματικά ήταν. Προκλητικός, επαναστατικός, ασυμβίβαστος. Έτοιμος να εκθέσει ακόμα και το ντύμα της ψυχής του, τη σάρκα του, προς τέρψη του κοινού του. Η ανάμνηση της συναυλίας στο Dinner Key Auditorium του Coconut Grove της Φλόριντα, τον τάραξε για λίγο. Οι 13.000 οπαδοί του, τον κυνηγούσαν σαν αρχαίες ερινύες. Κι εκείνος με μια εκστασιασμένη νηφαλιότητα ντύθηκε μόνο γύμνια και τους αποκαλύφθηκε χωρίς δισταγμό. «Τhe time to hesitate is through», του υπαγόρευε η μέσα φωνή. Μια καταδίκη σε καταναγκαστικά έργα για προσβολή της δημοσίας αιδούς και κραιπάλη μέθης ακολούθησε. Έπειτα το απόλυτο βύθισμα σε ένα συναίσθημα δικό του. Ίσως απόγνωση με μια απόχρωση θλίψης, μια εσωτερική μεταστροφή στην ανακάλυψη αυτού που τώρα έκρυβε η ψυχή…Η ποίηση! Αυτή τη φορά οι πύλες της αντίληψής του, τον καλούσαν σε μιαν αλλιώτικη είσοδο μυσταγωγίας. Αδύνατον να αφήσει να περάσουν εκδότες συντηρητικών καταβολών και καθωσπρέπει αντιλήψεων. Πήρε και πάλι το δρόμο μόνος, ελπίζοντας το τέρμα του, να έχει κάτι από τη θέα των οραμάτων που τον επισκίαζαν, για ανταμοιβή. Τα βιβλία του. Αφιερωμένα στη μούσα του Πάμελα. «Οι Κύριοι / Σημειώσεις για την Όραση» («The Lords / Notes on Vision»), «Τα Νέα Πλάσματα» («The New Creatures»), «Μία Αμερικανική Προσευχή» («An American Prayer»), «Ερημιά» («Wilderness»), «Η Αμερικανική Νύχτα» («The American Night»).
«One morning he awoke in a green hotel
With a strange creature groaning beside him
Sweat oozed from its shining skin
is everybody in?
is everybody in?
is everybody in?
the ceremony is about to begin

Wake up!
You can't remember where it was
Had this dream stopped? »
Η οθόνη κόλλησε στην τελευταία στάση. Παρίσι. Επαναστικό όπως ο Μάης του 1968. Σήμερα ο χρόνος πάγωσε στο 1971. 3 Ιουλίου. Κι εκείνος πάνω στη σκηνή! Εκείνος πάντα πάνω εκεί! Σε μια σκηνή που μεταμόρφωνε τα χέρια του πλήθους που υψώνονταν σαν να ικέτευαν μπροστά του, σε φτερωτά πλάσματα έτοιμα να τον παρασύρουν σε χώρες μακρινές. Εκείνος όμως πάνω εκεί! Ξάπλωσε στης σκηνής την αγκαλιά, διπλώθηκε σαν βρέφος κι άφησε το κορμί του να βουλιάξει στη λίμνη που σχημάτιζε ο ιδρώτας του. Συνέχισε το παραμιλητό για λίγο... Ξεδίπλωνε νοήματα, επίκαιρα μηνύματα της άρχουσας τάξης. Ξέθαβε κάτοπτρα ανιδιοτέλειας, μιας σάπιας νομοτέλειας που η ομοιομορφία της ταράζει. Και τα νερά του ήταν θολά; Και μόνο στην ιδέα αυτή ήθελε να γελάσει ηχηρά. Ήθελε ν’ ανάψει το τελευταίο του τσιγάρο κι ύστερα να φύγει βιαστικά όπως συνήθιζε…όταν γύριζε…Το φόντο του όμως, ήταν μπροστά! Στα πρόσωπα, στα θέλγητρα, στο χρόνο και στο χώρο. Μια ζάλη από φωνές. Ξεχώριζε μονάχα τη δική του. Αυτή που πάλευε να ακούει και να την κάνει να ακούγεται. Κι εμείς του απείρου θεατές… Που τελειώνει;
«The snake is long… Seven miles»
Τα λόγια του σαν της Πυθίας τους χρησμούς σήκωναν πίσω σκέψεις. Αναρωτιόταν…. Κι αυτός κι εμείς… Κι ο δαίμονας ξεσήκωνε από τα βάθη, αχούς μιας άχρωμης παλίρροιας που σαν σειρήνα τον καλούσε να αφουγκραστεί, να εμπνευστεί, να καταγράψει. Πάνω του να χαράξει. Καπνός από τσιγάρα που ναρκώνουν. Μια γεύση. Το αλκοόλ της μέθης. Το σκηνικό της μύησης. Όλα έσταζαν τη νάρκωση που επιθυμούσε για αυτήν την ύστατη της μύησής του τελετή. Κι εκείνος πάνω. Ύστερα κάτω. Πνιγμένος απ’ τα οράματα μιας εποχής. Αντανακλούσε τον παλμό της κάθε συλλαβής. Κεντούσε τη στιγμή με λέξεις, ήχους, σκέψεις και στίχους απ’ τα τραγούδια μιας ενδόμυχης φωνής.
«For seven years, I dwelt
in the loose palace of exile
playing strange games with the girls of the island
now, I have come again
to the land of the fair, and the strong, and the wise
brothers and sisters of the pale forest
children of night
who among you will run with the hunt?
now night arrives with her purple legion
Retire now to your tents and to your dreams
tomorrow we enter the town of my birth
I want to be ready»
Είπε: «Drugs are a bet with your mind». («Τα ναρκωτικά είναι ένα στοίχημα με το μυαλό σου».)
Στο μεταξύ τους στοίχημα ποιος στοιχημάτισε, κι αν στοιχημάτισε, ποιος νίκησε; Η απορία που σφραγίζει της ύπαρξης το μνήμα. Φέρει τη λύση της.

«ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΑΙΜΟΝΑ ΕΑΥΤΟΥ»

ΤΕΛΟΣ.

“This is the end
Beautiful friend
This is the end
My only friend, the end

Of our elaborate plans, the end
Of everything that stands, the end
No safety or surprise, the end
I'll never look into your eyes...again”

Is this the end, beautiful friend?
Is this the end?

«Made the scene
Week to week
Day to day
Hour to hour
The gate is straight
Deep and wide
Break on through to the other side
Break on through to the other side»

BREAK ON THROUGH JIM! BREAK ON THROUGH