Στους φίλους μου της Βάνα Κανάκη


Εσύ
που ξέρεις να διαβάζεις τα μάτια,
που ξέρεις να κρατάς το χέρι…
την ώρα που σέρνω βροχή
Εσύ ξέρεις και τ’ όνομά μου.
Στις αλάλητες ώρες,
στις νεκρικές απουσίες
θα μιλάς χαμηλόφωνα.
Θα ρωτάς τους αγέρηδες
τη σκιά μου αν είδαν,
τις σταγόνες της βροχής, θα ρωτάς,
τα μαλλιά μου αν δρόσισαν…
Τις ανώνυμες σταγόνες της βροχής,
θα ρωτάς, για τους ανθρώπους…
«Οι άνθρωποι…
Τί απόγιναν οι άνθρωποι;
Δεν ένιωσα κανένα σεισμό.
Τί έγιναν οι άνθρωποι;»
Τί απόγιναν οι άνθρωποι;
Και τί γυρεύουμε σ’ αυτό το λεωφορείο
με τα σπασμένα τζάμια,
με τους τουρίστες που μασούν πασατέμπο,
αδιαφορώντας για το τοπίο;
Θά ’πρεπε από ώρα να είχαμε κατέβει.
Θά ’πρεπε από ώρα να οδοιπορούσαμε,
σηκώνοντας στους ώμους τις αποσκευές μας.
Τί γυρεύουμε σε τούτο το λεωφορείο
λέγοντας «καλή αντάμωση»
σε ταξιδιώτες αδιάφορους,
σ’ ανθρώπους που μας ξενάγησαν σ’ έρημες χώρες;

(Άγγελος Πετρουλάκης - Σοφία Στρέζου)